Κήρυγμα Γ´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, τῆς Σταυροπροσκυνήσεως.


ΚΗΡΥΓΜΑ

Γ’ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

22/03/2020

      Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκηνύσεως σήμερον. Εἰς τὸ μέσον τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἰς τὸ μέσον τῆς πορείας μας πρὸς συνάντησι μὲ τὸν Ἀναστάντα Κύριον, ποὺ ἡ Μαρία συνήντησε κατὰ τὸν ὄρθρο τῆς Ἀναστάσεως.

          Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ, εἶναι μία περίοδος πνευματικῆς περισυλλογῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν καλούμεθα πρὸς μίαν γενικὴν ἐσωτερικὴν ἀνασύνταξι καὶ προετοιμασίαν, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ψυχικὴν μας κάθαρσι, ὥστε μὲ καθαρὸν νοῦν καὶ μὲ ἐξαγνισμένη καρδία νὰ συναντήσουμε τὸν Σωτῆρα μας Ἰησοῦν Χριστόν.

          Ἐπειδὴ ὅμως εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀποκάμωμεν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας καὶ νὰ λησμονήσωμεν τὸν κύριον σκοπὸν τῆς πορείας αὐτῆς, ἡ Ἐκκλησία ἔρχεται νὰ προβάλῃ ἔμπροσθεν μας τὸν Τίμιον Σταυρόν, καὶ νὰ μᾶς ὑπομνήσῃ τὸ μεγάλο μήνυμα τοῦ Θεοῦ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός μας,  εἶναι τὸ μεγάλο θέμα, ὁ μεγάλος σκοπὸς τῆς Τεσσαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ τῆς πρωΐας τῆς Ἀναστάσεως.

          Σταυρός. Διὰ πολλοὺς  εἶναι ἀπλῶς μία λέξις, διὰ ἄλλους  εἶναι ἀπλῶς δύο ξύλα. Ξύλα τὰ ὁποῖα ἕνας τυχαίος ἄνθρωπος τὰ ἐκάρφωσε σύμφωνα μὲ τὴν διαταγὴν ποὺ ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς ἀδίκους κριτὰς τοῦ Χριστοῦ. Συνέδεσε δύο ξύλα διὰ νὰ σταυρωθῇ ἐκεῖ «ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ Ἰησοῦς», νὰ ἐμπτυσθῇ, νὰ ραπισθῇ, νὰ ὑποστῇ σκληρὰ βασανιστήρια. Οὔτε ὁ ξυλοκόπος ποὺ εἶχε κόψῃ τὸ ξύλον, οὔτε ὁ ὑπηρέτης ποὺ ἐκόλλησε τὰ δύο ἁγιασθέντα κατόπιν κομμάτια τοῦ ξύλου, οὔτε ἐκεῖνοι ποὺ ἔδωκαν τὸ πρόσταγμα διὰ τὸ κάρφωμα τῶν δύο αὐτῶν ξύλων, ἠμποροῦσαν νὰ φαντασθοῦν τὴν σημασίαν καὶ τὸν συμβολισμό των. Δύο τεμάχια ξύλου ἐχώρισαν τὴν ἀνθρωπότητα ἀνὰ τοὺς ἀχανεῖς αἰῶνας τοῦ βίου της, εἰς δύο χωρισμένα ἀπ´ ἀλλήλων μέρη, διήρεσαν τὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου, εἰς δύο περιόδους ἐντελῶς διακεκριμένας, εἰς τὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ τὴν μετὰ Χριστὸν περίοδον.

          Ὁ Σταυρὸς τοῦ Θεανθρώπου, εἶναι ὁ συμβολισμὸς τῆς μεγαλυτέρας καὶ ριζικωτέρας πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς μεταβολῆς ποὺ εἶδε ποτὲ ὁ κόσμος· ἡ παράστασις καὶ ἔκφρασις τῆς ἀνυπολογίστου σημασίας ὑπερφυσικῆς εὐεργετικῆς δυνάμεως.

          Ὁ σταυρὸς φανερώνει τὴν σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ· σημαίνει τὸ μυστηριῶδες εἰς τὸν Γολγοθᾶν πάθος τοῦ Θεανθρώπου, τὸ ἀκατάληπτον μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς Ἀνθρωπότητος. «Σταυρὸς, -ἔλεγεν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος- σταυρὸς ξύλον εἰς οὐρανοὺς ἀνάγον καὶ ὑψηλοὺς ἐργαζόμενον» καὶ ἐπίσης «σταυρὸς ἀπὸ τοῦ βυθοῦ τῆς κακίας ἀνασπάσας, εἰς αὐτὴν τὴν κορυφὴν τῆς ἀρετῆς ἀνήγαγε[1]». Ἡ ἐπιστήμη τοῦ σταυροῦ, ἡ μελέτη τοῦ μεγάλου δράματος τοῦ Γολγοθᾶ, καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπον ἀνώτερον· τὸν κάμνει νὰ πλησιάσῃ πρὸς τοὺς ἀγγέλους, ἄξιον τῆς διαβιτικῆς φράσεως, «ἡλάττωσας αὐτὸν βραχὺ τι παρ´ ἀγγέλους».

          Ὁ ἄνθρωπος πρὸ τοῦ σταυροῦ γίνεται ὑψηλὸς κατὰ τὴν ἀντίληψιν, κατὰ τὰ φρονήματα, κατὰ τὰ αἰσθήματα. Ὡπλισμένος μὲ τὰ ὅπλα τοῦ σταυροῦ καὶ ἐφωδιασμένος μὲ τὰ ἄυλα πτερὰ τῆς ἀνωτέρας ἀνθρωπίνης δυνάμεως, ὠθούμενος καὶ ἀπὸ τὴν θείαν πνοήν, φθάνει εὶς τά ἰλιγγιώδη ὕψη τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς. Φθάνει ἐκεῖ ὅπου εὑρέθει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν ἔλεγε «Χριστῷ συνεσταύρωμαι ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγῶ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός[2]».         

           Ὁ σταυρὸς ἔχει καὶ ἄλλην ἔννοιαν· εἶναι ἡ σταύρωσις, ἡ καταπολέμησις, ἡ ἐκμηδένησις τῶν παθῶν μας, ἡ ἀποβολή, ἡ ἐκρίζωσις κάθε αἰσθήματος, σκέψεως, διαθέσεως ποὺ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰ ἰδανικὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ τὸ ἀποτινάξωμεν, νὰ τὸ ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τὸν ἔσω ἄνθρωπον. Ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἐλαττωμάτων καὶ τῶν παθῶν μας προϋποθέτει μάχας καὶ πολέμους ἐσωτερικούς· ἡ ἐφαρμογὴ ἐξ´ ἄλλου τῶν ὑψηλῶν ἀρετῶν, ἡ πράξις τοῦ ἀγαθοῦ προκαλεῖ τὴν ἀντίδρασιν τῶν κακῶν ἀνθρώπων. Σταυρὸς λοιπὸν  εἶναι καὶ ἡ ἀνάγλυφος παράστασις τῶν θλίψεων καὶ τῶν διωγμῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν χριστιανῶν « Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἠμῶν, γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσετε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ[3]».

          Ὅταν ὑποφέρωμεν διὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅταν πάσχωμεν διὰ το δίκαιον, ὅταν διωκώμεθα ὡς ἐνάρετοι γινόμεθα μιμηταὶ τοῦ Χριστοῦ. Μιμηταὶ δηλαδὴ τῶν ἔργων τοῦ Ἐσταυρωμένου. «Ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ, ἐρμηνεύει ὁ Χρυσορρήμων, πάντα τὰ παρ´ αὐτοῦ κελευόμενα ποιεῖν[4]». Ἡ χριστιανικὴ ἀρετὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τοὺς κόπους καὶ τὰς θυσίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν χαρὰν καὶ τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν. Ὁ χριστιανὸς, ὁ πράγματι ὡς νοητὸν κλῆμα φυτευμένος εἰς τὴν ἄμπελον τοῦ Χριστοῦ, ἄλλως αἰσθάνεται καὶ κρίνει τὰ συμβάντα τῆς ζωῆς. Αἴρων τὸν σταυρὸν του κρατεῖ διάφορον ἀπὸ τοὺς λοιποὺς ἀνθρώπους μέτρον καὶ κριτὴριον. Ὁ χριστιανὸς ὑποφέρει, ὑφίσταται θλίψεις, τὰ πάντα ὑπομένει, κάθε ἡμέραν σταυρώνεται, ἀποθνήσκει, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὰς ἀνωτέρας πνευματικὰς καὶ ἠθικὰς ἀξίας, ἐκείνας ποὺ παρέχουν μεγάλην τιμὴν εἰς τὴν ἀνθρώπινην ζωήν. Ἀγωνίζεται διὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν «ἀγαθὴν μερίδα», τὴν ὑπέρ πᾶσαν ἄλλην χρήσιμον καὶ ἀπαραίτητον διὰ τὸν ἄνθρωπον. Προσπαθεῖ πυργωμένος ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς πίστεως, τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς καρτερίας, νὰ ἐνισχύσῃ, νὰ ἐξυγιάνῃ, καὶ νὰ στολίσῃ τὸ ἀνώτερον ἐκεῖνο μέρος τῆς ἐσωτερικῆς του ὑπάρξεως διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Χριστὸς εἶπε· «τὶ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ[5];».

          Ἐὰν ὁ πόνος εἶναι μία σκληρὰ πραγματικότης, ἐὰν ἕκαστος εξ´ ἡμῶν αἴρη τὸν σταυρόν του καὶ ἀναβαίνῃ τὸν Γολγοθᾶν του, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὄπισθεν τοῦ Σταυροῦ διαφαίνεται ὁ κενὸς Τάφος, αἰώνιον σύμβολον τῆς Ἀναστάσεως, ὄπισθεν τοῦ ζοφεροῦ Γολγοθᾶ, αἴρεται φαεινόν, λαμπρόν, δεδοξασμένον τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, σύμβολον καὶ τοῦτο τῆς χαρᾶς, ἡ ὁποία ἀναμένει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ φέρουν μὲ ὑπομονὴν καὶ μὲ πίστιν τὰς θλίψεις καὶ τὰ στεναχώριας τοῦ βίου.

          Εἴθε νὰ διαπλεύσωμεν τὸ τῆς Νηστείας πέλαγος διὰ συντριβῆς καὶ ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄληκτον χαρὰν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν Ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

         

 

         

 

         

 

    



  
 

[1]Migne τομ. 56 στ. 313 καὶ τομ. 49 στ. 407.   

[2]Γαλ., κεφ. Β´, στ. 20.

[3] Α´ Καθολ. Κεφ. β., στ. 21.

[4] Ὁμιλία ξγ´ εἰς Ματθ.

   

[5] Μαρκ., κεφ. Η´, στ. 36.